- ἐπημύω
- ἐπ-ημύω, sich senken, neigen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
επημύω — ἐπημύω (Α) γέρνω, λυγίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ημύω «κάμπτω, λυγίζω»] … Dictionary of Greek
ἐπημύω — ἐπημύ̱ω , ἐπημύω bend pres subj act 1st sg ἐπημύ̱ω , ἐπημύω bend pres ind act 1st sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐπημύει — ἐπημύ̱ει , ἐπημύω bend pres ind mp 2nd sg ἐπημύ̱ει , ἐπημύω bend pres ind act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐπημύειν — ἐπημύ̱ειν , ἐπημύω bend pres inf act (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐπημύσαντες — ἐπημύ̱σαντες , ἐπημύω bend aor part act masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)